Αντιβιοτικά, λάιφ στάιλ φάρμακα (όπως το βιάγκρα ή τα χάπια αδυνατίσματος), αντισυλληπτικά, δερματολογικά σκευάσματα κ.ά. δίνονται κατά κόρον στην Ελλάδα από τον πάγκο του φαρμακείου χωρίς ιατρική συνταγή. Οι καταναλωτές καταφεύγουν για ευκολία στον φαρμακοποιό, ενώ εκείνος «παίζει» συχνά τον γιατρό και κάνει «διαγνώσεις». Πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η καθημερινή πρακτική για την υγεία μας;
«Οι ρόλοι γιατρού και φαρμακοποιού είναι συμπληρωματικοί αλλά σαφώς διακριτοί», λέει ο καθηγητής Φαρμακολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Αχιλλέας Γραβάνης. «Ο γιατρός είναι επιφορτισμένος με τη διάγνωση της νόσου και την επιλογή της ενδεικνυόμενης θεραπευτικής αγωγής, συμπεριλαμβανόμενης της επιλογής της φαρμακευτικής αγωγής. Συνταγογραφεί το φάρμακο και παρέχει σαφείς οδηγίες στον ασθενή για τη λήψη του.
»Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες π.χ. στις ΗΠΑ, συνήθως ο γιατρός συνταγογραφεί τη δραστική ουσία και όχι ιδιοσκεύασμα, δηλαδή φαρμακευτική ουσία συγκεκριμένης εταιρείας. Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, η επιλογή του ιδιοσκευάσματος γίνεται από τον φαρμακοποιό. Ο φαρμακοποιός αναλαμβάνει να εκτελέσει τη συνταγή του γιατρού και επισημαίνει ξανά στον ασθενή τις οδηγίες λήψης του φαρμάκου, παρέχοντας πληροφορίες για την τοξικότητά του και τις πιθανές αλληλεπιδράσεις του με άλλα φάρμακα ή με τροφές»...